Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012


(ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 16-02-12)

Το «δάνειο» στους ναζί

thumb
Του Τάσου Μηνά Ηλιαδάκη*

Α. Γιατί το δάνειο
Το Βερολίνο προκειμένου να αντιμετωπίσει τους στρατιωτικούς και στρατηγικούς του στόχους στην ευρύτερη ελληνική περιοχή, Λιβύη - Μ. Ανατολή -Βαλκάνια, είχε υποχρεώσει την Ελλάδα να κεφαλαιοδοτεί και να συντηρεί τα στρατεύματα που στάθμευαν σ’ αυτήν και είχαν πεδίο δράσης την ευρύτερη περιοχή της. Αυτά ήταν υπερπολλαπλάσια από εκείνα των στρατευμάτων κατοχής. Επιπλέον η Ελλάδα ανεφοδίαζε με τρόφιμα το μέτωπο της Λιβύης.
Στόχος των στρατευμάτων αυτών ήταν τα πετρέλαια της Λιβύης - Μ. Ανατολής και η ενίσχυση της άμυνας των Βαλκανίων. Από τα τελευταία εξασφάλιζε στην πολεμική του βιομηχανία το 20% του αντιμονίου, το 50% των ορυκτελαίων, το 60% του βωξίτη και το 100% του νικελίου. Την ίδια στιγμή, για τους συμμάχους, η μοναδική πύλη των Βαλκανίων ήταν και παρέμενε η Ελλάδα.
Λόγω αυτών, η γερμανική απαίτηση για υψηλή κεφαλαιοδότηση από την Ελλάδα ήταν ανελαστική και είχε προκαλέσει τις έντονες αντιδράσεις 1 ακόμα και της κατοχικής κυβέρνησης Τσολάκογλου 2 που απειλούσε με παραίτηση. Παράλληλα ο Μουσολίνι, όπως και ο Γερμανός πληρεξούσιος για την Ελλάδα, Γκύντερ Άλτενμπουργκ 3, πίεζαν το Βερολίνο να μειώσει τα έξοδα κατοχής για την Ελλάδα.
Το πρόβλημα των μοναδικά υπέρογκων δαπανών κατοχής συνόδευε η «παντός αγαθού» λεηλασία του τόπου 4, φυσικό επακόλουθο της οποίας ήταν ο λιμός. Ο Άλτενμπουργκ από τις πρώτες ημέρες προειδοποιούσε το Βερολίνο για τον επερχόμενο υποσιτισμό 5. Παράλληλα ο εκπρόσωπος του Βατικανού, Nούτσιος Α. Ρονκάλι, ο μετέπειτα Πάπας Ιωάννης ΚΓ’, έπειτα από έρευνές του, διαπίστωνε τριπλασιασμό των θανάτων σε Αθήνα - Πειραιά λόγω λιμού τον χειμώνα 1941-42 6 και ο Γκαίμπελς σημείωνε στο ημερολόγιό του «…η πείνα (στην Ελλάδα) έχει καταστεί ενδημική νόσος. Στους δρόμους της Αθήνας οι άνθρωποι πεθαίνουν κατά χιλιάδες από εξάντληση» 7. Το πρόβλημα του λιμού καθιστούσε οξύτερο το Λονδίνο που είχε κηρύξει την Ελλάδα σε επισιτιστική καραντίνα για να εξωθήσει τον ελληνικό πληθυσμό προς την αντίσταση 8.
Η πείνα, η ανομία και τα φιλοαγγλικά αισθήματα γίνονταν τόσο απειλητικά, που οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να τα αγνοήσουν. Ο υποσιτισμός τούς απασχολούσε γιατί υποκινούσε λαϊκές αντιδράσεις και την αντίσταση 9.
Έτσι οι Δυνάμεις Κατοχής οδηγήθηκαν σε μια αδήριτη πραγματικότητα δύο ανελαστικών και αντικρουόμενων απαιτήσεων. Από τη μια η κεφαλαιοδότηση από την Ελλάδα των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Άξονα στην ευρύτερη περιοχή της και από την άλλη η πείνα που οδηγούσε στην εξέγερση και στην αντίσταση.
Για την αντιμετώπιση του προβλήματος οι Δυνάμεις Κατοχής, τον Οκτώβριο του 1941, θα στείλουν στην Ελλάδα οικονομικούς τεχνοκράτες, δίχως όμως κάποιο αποτέλεσμα 10. Στη συνέχεια το πρόβλημα θα απασχολήσει και θα λάβει οξύτατη μορφή στην ιταλο-γερμανική Δημοσιονομική Συνδιάσκεψη εμπειρογνωμόνων, από Ιανουάριο μέχρι Μάρτιο του 1942, στη Ρώμη. Η γερμανική επιμονή για υψηλή κεφαλαιοδότηση από την Ελλάδα οδηγούσε σε αδιέξοδο τη Διάσκεψη.
Τότε ο Ιταλός τραπεζίτης και οικονομικός πληρεξούσιος της Ιταλίας στην Ελλάδα, Ντ’ Αγκοστίνι, θα προτείνει τη λύση του δανείου. Δηλαδή οι πέρα από τις δαπάνες κατοχής αναλήψεις να χρεώνονται από την Ελλάδα ως δάνειο προς τη Γερμανία και την Ιταλία.

Β. Το δάνειο
Η σχετική δανειακή συμφωνία θα υπογραφεί στις 14.3.1942 από τους πληρεξούσιους της Γερμανίας και της Ιταλίας στην Ελλάδα, Άλτενμπουργκ και Γκίτζι, αντίστοιχα. Η Ελλάδα δεν είχε προσκληθεί και δεν ήταν παρούσα. Στην Ελλάδα την ανακοίνωσε ύστερα από εννιά μέρες ο Άλτενμπουργκ με τη ρηματική διακοίνωση 160/23.3.1942 και ο Γκίτζι με το σημείωμά του Νο 4 /6406/461/23.3.1942.
Σύμφωνα μ’αυτήν 12.
♦ Η ελληνική κυβέρνηση υποχρεούται κατά μήνα να καταβάλλει έξοδα κατοχής 1,5 δισ. δρχ. (άρθρο 2).
♦ Οι αναλήψεις από την Τράπεζα της Ελλάδος (στο εξής Τ.Ε.), άνω του ποσού αυτού, θα χρεώνονται στις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας ως άτοκο, σε δραχμές, δάνειο της Ελλάδας προς αυτές (άρθρο 3).
♦ Η επιστροφή του δανείου θα γινόταν αργότερα (άρθρο 4).
♦ Η συμφωνία είχε αναδρομική ισχύ από 1.1.1942 (άρθρο 5).
Η δανειακή σύμβαση αποτελούσε μια συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας που επιβαλλόταν στην Ελλάδα υποχρεωτικά εκτελεστή (αναγκαστική). Οι δανειακές αναλήψεις θα είχαν τη μορφή μηνιαίων προκαταβολών, το ύψος και η διάρκεια των οποίων δεν προσδιοριζόταν. Επίσης δεν προσδιοριζόταν πότε θα άρχιζε η εξόφλησή του, ενώ προσδιοριζόταν ότι ήταν άτοκο και σε δραχμές.
Με το εμπιστευτικό έγγραφο 409/2.4.1942, ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών έδινε εντολή στην Τ.Ε. να συμμορφωθεί με τη ρηματική διακοίνωση του Άλτενμπουργκ και να αρχίσει να καταβάλλει τις δανειακές προκαταβολές 13.
Την αρχική αυτή αναγκαστική σύμβαση ακολούθησαν τρεις τροποποιήσεις με κοινή βούληση των συμβαλλομένων. Αυτές μετατρέπουν την αρχική αναγκαστική σύμβαση σε συμβατική. Δηλαδή το δάνειο παύει να είναι αναγκαστικό και μεταπίπτει σε κοινό συμβατικό δάνειο.
Με την πρώτη τροποποίηση (2.12.1942) ορίζεται ότι τα δανειακά ποσά είναι αναπροσαρμοζόμενα και θα αρχίσουν να επιστρέφονται από τον Απρίλιο του 1943 (άρθρο β, παράγραφοι 2 και 3).
Μάλιστα κατέβαλαν και δεκαεννιά εξοφλητικές δόσεις του δανείου και στη συνέχεια σταμάτησαν την επιστροφή του, οπότε μεταπίπτει σε έντοκο λόγω υπερημερίας. Δηλαδή το δάνειο είχε μετατραπεί σε σταθερού νομίσματος και έντοκο.
Το ύψος του δανείου κατά την Τ.Ε. ανέρχεται (δίχως τους τόκους) σε 227.940.201 δολ. το 1944 14 και κατά τον Άλτενμπουργκ σε 400 εκατ. μετακατοχικά μάρκα 15. Με τις αναπροσαρμογές και τους τόκους ανέρχεται σε κάποιες δεκάδες δισ. ευρώ.
Επομένως το κατοχικό δάνειο είναι συμβατικό και όχι αναγκαστικό, σταθερού νομίσματος και από τον Σεπτέμβριο του 1944 έντοκο. Αποτελεί συμβατική υποχρέωση της Γερμανίας έναντι της Ελλάδας και όχι επανορθωτική. Ως τέτοια δεν εντάσσεται στη συμφωνία του Λονδίνου 1953 που αναστέλλει την καταβολή των επανορθώσεων και αποζημιώσεων.

Γ. Η ελληνική διεκδίκηση του δανείου
Η Ελλάδα στη διάσκεψη των επανορθώσεων του 1945, στη διάσκεψη των Παρισίων το 1946 και στη διάσκεψη των ΥΠ ΕΞ των τεσσάρων Μ.Δ. τον Νοέμβριο του 1947, διαχώρισε το κατοχικό δάνειο από τις επανορθώσεις και ζητούσε την επιστροφή του 16 .
Η Ελλάδα ουδέποτε έπαψε να διεκδικεί το κατοχικό δάνειο17.
♦  Το 1964 με τον Αγγελόπουλο, ως εκπρόσωπο της ελληνικής 1`7 κυβέρνησης.
♦ Το 1965 με τον Α. Παπανδρέου.
Στις ελληνογερμανικές συνομιλίες στην Αθήνα το 1966.
Τότε η Γερμανία πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι του δανείου είχε παραιτηθεί εγγράφως ο Κ. Καραμανλής. Στη συνέχεια το μετέτρεψε σε προφορική παραίτηση Καραμανλή, πράγμα που διέψευσε ο Κ. Καραμανλής. Τέλος, με τη ρηματική της διακοίνωση στις 31.3.1967, η Γερμανία δεχόταν ότι δεν υπήρξε παραίτηση Καραμανλή.
♦ Το 1974 το ανακίνησε ο Ζολώτας.
♦ Στις 18.4.1991 το έθεσε ανεπίσημα και προφορικά ο τότε ΥΠΕΞ Α. Σαμαράς στον Γερμανό ομόλογό του.
♦ Στις 14.11.1995 το έθεσε η Ελλάδα με ρηματική διακοίνωση.
Η Γερμανία σταθερά το απορρίπτει, με τα επιχειρήματα:
Το δάνειο εντάσσεται στη συμφωνία του Λονδίνου.
♦ Από το δάνειο παραιτήθηκε ο Κ. Καραμανλής. Το επανέλαβε και μετά το 1990, παρά τη ρηματική διακοίνωση του Μαρτίου 1967.
♦ Ύστερα από 50 χρόνια δεν μπορεί να εγείρονται τέτοιες απαιτήσεις. (Η Ελλάδα το διεκδικεί από το 1945).
Το μόνο που δηλώνουν αυτά τα επιχειρήματα είναι έλλειψη επιχειρημάτων. Μετά την ενοποίηση της Γερμανίας το 1990 έχει εκλείψει και το τυπικό επιχείρημα που θα μπορούσε να προβληθεί, εκείνο του χωρισμού της Γερμανίας. Επομένως είναι άμεσα διεκδικήσιμο και πολιτικά και συμβατικά (νομικά). Αυτός που νομιμοποιείται να το διεκδικήσει είναι η ελληνική κυβέρνηση. Τέλος, την ελληνική διεκδίκηση ενισχύει το προηγούμενο της Γιουγκοσλαβίας και της Πολωνίας, στις οποίες η ναζιστική Γερμανία είχε επιβάλει παρόμοια κατοχικά δάνεια και τα οποία μετακατοχικά η τότε Δ. Γερμανία επέστρεψε 18 (το 1956 και 1971 αντίστοιχα).
Η σημερινή Γερμανία δεν πρέπει να ξεχνά ότι δανείστηκε από το ελληνικό κράτος κατά παράβαση του άρθρου 49 της σύμβασης της Χάγης του 1909, το οποίο ισχύει και σήμερα. Δανείστηκε από ένα κράτος που η ίδια η ναζιστική Γερμανία είχε χαρακτηρίσει ακατάλυτο και οι ναζί όχι μόνο δεν αμφισβήτησαν ουδέποτε το δάνειο, αλλά και άρχισαν την αποπληρωμή του, ενώ και ο καγκελάριος Έρχαρτ, το 1964, είχε δεσμευθεί για την επιστροφή του μετά την επανένωση της Γερμανίας.
Η Γερμανία δεν πρέπει να ξεχνά ότι η γερμανική κατοχή είναι υπόλογη για το οικονομικό ελληνικό ολοκαύτωμα της περιόδου 1940-44. Ενδεικτικά και μόνο είναι υπόλογη για το ότι στην Ελλάδα ο πληθωρισμός αυξήθηκε 15,3 εκατομμύρια φορές και ότι μόνο την Ελλάδα υποχρέωσε η τότε Γερμανία να της καταβάλει πολεμικές αποζημιώσεις. Αυτό το ολοκαύτωμα το αναγνώρισαν οι Ιταλοί ναζί: «Η Ελλάδα είναι στυμμένη σαν λεμόνι» έλεγε ο Γκίτζι 19. Αποκορύφωμα ο Μουσολίνι, που έλεγε ότι «…οι Γερμανοί άρπαξαν από τους Έλληνες ακόμα και τα κορδόνια των παπουτσιών τους…» 20. Αλλά και ο Γερμανός υπ. Οικονομίας, Φουνκ, τον Ιούνιο του 1943 έγραφε σε άρθρο του ότι «η Ελλάς δοκίμασε τα δεινά του πολέμου, όπως ίσως καμία άλλη χώρα της Ευρώπης» 21.
Για την επανόρθωση η Ελλάδα θα χρειαζόταν 33 φορές το εθνικό εισόδημα του 1946. Αυτό μετακατοχικά η Ελλάδα θα το αναζητούσε στον εξωτερικό δανεισμό.
Από την άλλη πλευρά, αυτή που αμφισβητεί και αρνείται την επιστροφή του κατοχικού δανείου είναι η μετά το 1990 ενωμένη και δημοκρατική Γερμανία.
Αυτή όμως η συμπεριφορά, εκτός των άλλων, πλήττει βάναυσα τα μετακατοχικά φιλογερμανικά αισθήματα, όπως τα χαρακτήρισε ο καγκελάριος Κολ, του ελληνικού λαού και γι’ αυτό ακέραια την ευθύνη φέρει η γερμανική κυβέρνηση.

Επομένως
♦ Το δάνειο ξεκίνησε αναγκαστικό. Ήταν γερμανο-ϊταλική συμφωνία στις 14.3.1942, την οποία γνωστοποίησαν στην Ελλάδα στις 23.3.1942 με ρηματική διακοίνωση, υποχρεωτικά εκτελεστή. Στη συνέχεια αυτή η αρχική συμφωνία του δανείου τροποποιήθηκε κοινή βουλήσει τρεις φορές, επομένως έπαψε να είναι αναγκαστικό δάνειο και μεταβλήθηκε σε κανονικό συμβατικό δάνειο.
Λόγω του πληθωρισμού που προκαλούσε η γερμανική κατοχή, το 1,5 δισ. δρχ. που ζητούσαν οι Γερμανοί ως έξοδα κατοχής, το μετέτρεψαν σε γερμανικά μάρκα, δηλαδή σταθερού νομίσματος. Επομένως το κατοχικό δάνειο μετατρεπόταν σε σταθερού νομίσματος.
Στην αρχική συμφωνία το δάνειο ήταν άτοκο (άρθ. 3), ενώ με την πρώτη τροποποίηση οριζόταν η επιστροφή του δανείου από την 1.4.1943. Οι γερμανικές αρχές κατοχής πράγματι άρχισαν την αποπληρωμή του δανείου. Κατέβαλαν 19 επιστροφές, με τελευταία τον Σεπτέμβριο του 1944. Έκτοτε η μετέπειτα Γερμανία διέκοψε την αποπληρωμή του κατοχικού δανείου, οπότε το δάνειο μετέπεσε σε έντοκο λόγω υπερημερίας. Επομένως το κατοχικό δάνειο είναι συμβατικό, σταθερού νομίσματος και έντοκο.
♦ Η Ελλάδα ευθύς εξαρχής, από την πρώτη διεθνή συνδιάσκεψη για τις γερμανικές επανορθώσεις, στις 21.12.1945, διαχώρισε το κατοχικό δάνειο από τις επανορθώσεις - αποζημιώσεις. Το ίδιο επανέλαβε στη διεθνή συνδιάσκεψη ειρήνης των Παρισίων το 1946. Το ίδιο και στις συνδιασκέψεις των υπουργών Εξωτερικών των 4 Μεγάλων Δυνάμεων το 1947. Επίσης το ίδιο και στη διεθνή συνδιάσκεψη του Λονδίνου το 1953. Από τότε μονότονα το επαναλαμβάνει μέχρι και σήμερα. Άλλωστε οι δυο πρώτες διεθνείς συνδιασκέψεις των Παρισίων προσδιόριζαν μια πράξη αποζημιωτική ή επανορθωτική όταν συμπεριλαμβανόταν στα μέτρα κατάληψης κάποιας χώρας ή ήταν αποτέλεσμα πολεμικής πράξης. Προφανώς το κατοχικό δάνειο δεν συμπεριλαμβανόταν ούτε στις αποζημιώσεις ούτε στις επανορθώσεις, ήταν ένα κανονικό συμβατικό δάνειο, το οποίο οι ναζί άρχισαν να αποπληρώνουν και οι «δημοκράτες» διάδοχοί τους αρνούνται να πληρώσουν.
♦ Το 1963 ο καγκελάριος Έρχαρτ αναγνώρισε το δίκαιο του αιτήματος για το κατοχικό δάνειο, αλλά τη ρύθμισή του παρέπεμψε στην υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης από τη Γερμανία. Το 1955 η Γερμανία δήλωσε ότι δεν τη δεσμεύει η θέση του καγκελάριου Έρχαρτ.
♦ Παρόμοια δάνεια η Γερμανία πήρε από τη Γιουγκοσλαβία και από την Πολωνία, τα οποία όμως επέστρεψε και στις δύο.
– Στη Γιουγκοσλαβία το 1956 με δάνειο 240 εκατ. με επιτόκιο 1% και χρόνο αποπληρωμής 99 χρόνια δηλαδή το 2055…
– Στην Πολωνία το 1971, με ένα δάνειο 1 δισ. DM άτοκο, διάρκειας 40 ετών με δεκαετή χαριστική περίοδο.
Σημειώσεις
1.  National Archives, Washington, DC: Τ. 120/2481/Ε 259713-715, «Promemoria», 23.9.1942 και Τ-120/166/81370-5, Altenburg-Berlin, 4.9.42).
2.  Σωτ. Γκοτζαμάνης, Κατοχικό δάνειο και δαπάναι κατοχής, Θεσ/κη 1954, σ. 5, Γ. Τσολάκογλου, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1950, σ. 210, 212, 215, 218, 219, 234. Κ. Λογοθετόπουλος, Ιδού η αλήθεια, Αθήνα 1948, σ. 49.
3.  National Archives, ό.π.
4.  Τ. Ηλιαδάκης, Οι επανορθώσεις και το γερμανικό κατοχικό δάνειο, εκδ. Δετοράκη, Αθήνα 1997, σ. 83-101.
5. Ηλιαδάκης, σ. 111. Heinz Richter, Δύο επαναστάσεις και αντε-παναστάσεις στην Ελλάδα, Εξάντας, Αθήνα, 1975 σ. 155, 157.
6. Ηλιαδάκης ό.π.
7. Χ. Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα, Παπαζή-σης, Αθήνα (Χ.Χ.), Τ1, σ. 194.
8. W. Medlicott, The economic Blockade , Λονδίνο, 1959, Τ2, σ. 254
Η. Βενέζης, Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, Εστία, Αθήνα, 1981, σ. 113.
9.  Richter, Τ σ. 155 σημείωση, 255, 257.
10. Γκοτζαμάνης, σ. 2, Τσολάκογλου, σ. 208-210.
11. Αρχεία ΥΠΕΞ, Έκθεση Λαμπρούκου, σ. 9-11, Λογοθετόπουλος, σ. 48, Τσολάκογλου, σ. 211, Γκοτζαμάνης, σ. 3, 23, 24, 31, Α. Αγγελόπουλος, Οικονομικά ΤΑ, Παπαζήσης, Αθήνα 1974, σ. 142, 167, 179, 190, 191.
12. Για τη δανειακή σύμβαση βλέπε Ηλιαδάκης, σ. 297.
13. Αρχεία Τ.Ε., Φάκελος κατοχικού δανείου, σημείωμα Ι. Πασσιά και το έγγραφο 409/2.4.1942.
14. Αρχεία Τ.Ε., Φάκελος κατοχικού δανείου, σημείωμα Ι. Πασσιά, σ. 4.
15. Β. Μαθιόπουλος, «400 εκ. μάρκα μας χρωστά η Βόνη», Βήμα, 2.6.1991.
16. Ηλιαδάκης, σ. 158, 164, 171.
17. Ηλιαδάκης, σ. 200, 202, 203-205 Αγγελόπουλος, Οικονομικά, Τ, σ. 201-205, 209. Βήμα 18.10.1966, σ. 7, Έκθεση Α. Παπανδρέου και επιστολή Κάιζερ, σ. 9. Πρακτικά Βουλής 28.5.1991 Αγόρευση Α. Παπανδρέου.
18.  Ηλιαδάκης, σ. 212-213.
19. Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994, σ. 93.
20. G. Ciano, Tagebücher 1939-1943 Βern 1946, σ. 353.

* Δρ Κοινωνιολογίας, πολιτειολόγος, μαθηματικός


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παράκληση: Μη βάζετε σχόλια με υβριστικό περιεχόμενο.
Τ α σχόλιά σας ας είναι κόσμια