Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

ΔΕΝ ΠΑΡΑΓΡΑΦΕΤΑΙ ΤΟ ΑΞΙΟΠΟΙΝΟ ΤΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ‏

Σχετικό: Κατατέθηκε η μήνυση Κρητικοπούλου Σακκά για έσχατη προδοσία

ΜΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ ΕΣΧΑΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ ΑΡΘΡΩΝ .
134§2 α,β , 134 Α περ γ,ε,στ,η ΠΚ από Μέλη Κυβέρνησης με ...
σφετερισμό με οποιονδήποτε τρόπο της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών τους, τελεσθέντα κατά τη διάρκεια της ΙΓ Βουλής. Το αξιόποινο του εγκλήματος (κακουργήματος) της εσχάτης προδοσίας με σφετερισμό της ιδιότητας των οργάνων του κράτους (Πρωθυπουργού, Υπουργού και λοιπών συνεργών) κατ΄άρθρα 134§ 2 α-β , 134 Α περ. γ,ε,στ, η του Π.Κ. σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 45, 46 και 47 του ΠΚ δεν εξαλείφεται στην αμέσως επόμενη Βουλή, που δεν έχει 2η βουλευτική σύνοδο και δεν παραγράφεται το έγκλημα, διότι: Σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 εδαφ β του άρθρου 86 του Συντάγματος, ως ισχύει μετά την αναθεώρηση αυτού το 2001, και των άρθρο 155 παρ. 5 του Κανονισμού της Βουλής, μόνο η Ολομέλεια ης Βουλής με μυστική ψηφοφορία έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διετέλεσαν ή διατελούν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, (α) κατά την τρέχουσα βουλευτική περίοδο (4ετούς θητείας της ή μικρότερης θητείας) όταν τελέσθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής αλλά και (β) περαιτέρω «μπορεί να ασκεί την κατά παράγραφο 1 αρμοδιότητα της ποινικής δίωξης μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος». Η περίπτωση (β) είναι η λεγόμενη σύντομη (από την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001 ύποπτη και ... πρωτοφανής, επί ΠΑΣΟΚ-ΝΔ και διατηρημένη επιμόνως από το δικομματισμό παρά την αναθεώρηση του Συντάγματος πάλι το 2008)αποσβεστική προθεσμία της διαδικασίας άσκησης της Εισαγγελικής αρμοδιότητας της Ολομέλειας της Βουλής να ασκεί ποινική δίωξη κατά Πρωθυπουργού, Υπουργού ή Υφυπουργού για κακουργήματα και πλημμελήματα. Η συνέπεια είναι ότι μετά την προθεσμία αυτή, δικονομικά-διαδικαστικά ελλείψει νόμιμης-αρμόδιας Εισαγγελικής Βουλευτικής Αρχής, σβύνεται, χάνεται, παύει η εξουσία της αρμόδιας (κατ΄άρθρο 86 Συντ) Ολομέλειας Βουλής (που εκπροσωπεί τη λαϊκή κυριαρχία και εν ονόματι αυτής) να διώξει ποινικά το υπαίτιο μέλος κυβέρνησης και έτσι λόγω μη ύπαρξης νόμιμης Εισαγγελικής εξουσίας από ποινικής πλευράς εξαλείφεται, χάνεται η δια μέσου της Βουλής ποινική διωκτική δύναμη της λαϊκής κυριαρχίας (του λαού) για το αξιόποινο της πράξης του μέλους της κυβέρνησης. Δηλαδή αυτό σημαίνει πρακτικά αδυναμία του Συνταγματικού Συλλογικού Εισαγγελικού Οργάνου, της Ολομέλειας της Βουλής δικονομικά-διαδικαστικά να διώξει κατ΄ουσίαν ποινικά την αξιόποινη-εγκληματική πράξη του Πρωθυπουργού, Υπουργού ή Υφυπουργού, ενώ δεν έχει παραγραφεί κατ’ ουσίαν από ποινικής πλευράς. Όμως παραμένουν οι αστικές τους ευθύνες να αποζημιώσουν το Ελληνικό Λαό αλλά και από αυτή τη πλευρά περιέργως δεν βλέπουμε το θεσμοθετημένο όργανο που λέγεται Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ο επίσημος θεσμός-δικηγόρος του Κράτους) να ασκεί αγωγή κατά των αδικοπρακτούντων Πρωθυπουργών, Υπουργών και Υφυπουργών. Από ποινικής πλευράς, υπάρχουν γραπτά ρητά αυστηρά συνταγματικά κριτήριαγια την οριοθέτηση της λήξης της περιβόητης αποσβεστικής προθεσμίας στο εδάφιο β της παραγράφου 3 του άρθρου 86 του Συντάγματος και συγχρόνως για τη λήξη της Εισαγγελικής αρμοδιότητας της Βουλής. Με ρητή και αυστηρή διατύπωση του Συντάγματος, θεσπίζεται, ορίζεται η ύπαρξη «πέρατος δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος». Ανεξάρτητα τι είχε στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους το 2001 το μονοπώλιο του δικομματισμού ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, με τη ως άνω ειδική ρητή διατύπωση ο Συνταγματικός νομοθέτης, θέσπισε δύο (2) συνταγματικά κριτήρια για την οριοθέτηση της λήξης της περιβόητης αποσβεστικής προθεσμίας και θέλησε διαδικαστικά ρητά την διατήρηση- ύπαρξη της Εισαγγελικής-Δικαστικής αρμοδιότητας της Ολομέλειας της Βουλής, ως Συλλογικής Εισαγγελικής Αρχής για άσκηση ποινικής δίωξης, να διαρκεί σε προθεσμία (αποσβεστική) μέχρι εκείνη την επόμενη Βουλή και βουλευτική περίοδο που θα έχει τα εξής κριτήρια-όρους: α) θα έχει διανύσει στη πραγματικότητα και τη δεύτερη τακτική σύνοδο της Βουλευτικής Περιόδου της που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος και β) επιπλέον ρητώς να υπάρξει και νόμιμο πέρας ειδικά της δεύτερης τακτικής συνόδου αυτής της Βουλής, μετά την τέλεση του αδικήματος-εγκλήματος. Σε κάθε δε βουλευτική σύνοδο περιλαμβάνονται και τα αντίστοιχα Θερινά Τμήματα διακοπών της Βουλής κατά τη διάρκεια των οποίων δεν χάνεται η Εισαγγελική-Δικαστική αρμοδιότητα της Ολομέλειας της Βουλής, (βλ και άρθρο 153§2 Κανονισμού Βουλής), καθόσον η επόμενη τακτική σύνοδος Βουλής αρχίζει την πρώτη Δευτέρα του μηνός Οκτωβρίου κάθε έτους (άρθρο 22 Κανονισμού Βουλής). Ήτοι κριτήριο-αναγκαίος όρος για τη χρονική λήξη της Βουλευτικής Εισαγγελικής Αρμοδιότητας είναι η πραγματική, ρητή ύπαρξη νομίμου πέρατος υπαρχούσης δεύτερης τακτικής συνόδου της Βουλευτικής Περιόδου εκείνης της Βουλής που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος. Συνεπώς μετά από κάθε βουλευτική περίοδο (4ετία ή μικρότερη θητεία) στην οποία τελέστηκε έγκλημα Πρωθυπουργού, Υπουργού ή Υφυπουργού, υποχρεωτικά σύμφωνα με το Σύνταγμα θα πρέπει να αναζητείται κάθε επόμενη Βουλή που θα έχει τα δύο συνταγματικά κριτήρια: α) θητεία τόση ώστε να έχει φθάσει μέχρι το πέρας της δεύτερης βουλευτικής συνόδου της, και β) νόμιμο πέρας της δεύτερης βουλευτικής συνόδου της, ώστε να πληροί τους όρους της Συνταγματικής νόμιμης εξουσίας για να δικαιούται να ασκήσει εμπρόθεσμα, έγκαιρα και παραδεκτά ποινική δίωξη κατά Πρωθυπουργών, Υπουργών και Υφυπουργών ή υπηρεσιακών τοιούτων. Κάθε ενδιάμεση Βουλή που δεν εκπληρώνει τα δύο παραπάνω συνταγματικά κριτήρια, δεν θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την απώλεια της ανωτέρω Συνταγματικής Εισαγγελικής αρμοδιότητας της Ολομέλειας της Βουλής καθόσον επιπλέον θα αποτελούσε εκ του πονηρού αντισυνταγματική συρρίκνωση της άσκησης Συνταγματικής Λαϊκής Κυριαρχίας και Εθνικής Κυριαρχίας προς όφελος εγκληματιών Πρωθυπουργών, Υπουργών και Υφυπουργών και εν γένει προς όφελος της διαπλοκής και διαφθοράς της ανώτατης εκτελεστικής εξουσίας. Σε αντίθετη περίπτωση που ο Συνταγματικός νομοθέτης ήθελε ταχύτερη απώλεια της ανωτέρω Εισαγγελικής Αρμοδιότητας της Ολομέλειας της Βουλής, λόγω διάλυσης της αμέσως επομένης Βουλής από την τέλεση του εγκλήματος, εντός μικρότερης πραγματικής προθεσμίας, μπορούσε να το διατυπώσει με ρητή γραπτή συμπληρωματική φράση ότι «Σε περίπτωση διάλυσης της επομένης Βουλής μετά την τέλεση του εγκλήματος και πριν ή μετά την συγκρότησή της σε Σώμα και κατά την πρώτη τακτική σύνοδο της βουλευτικής περιόδου της, η μεθεπόμενη Βουλή δεν έχει αρμοδιότητα να ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 (νοείται του άρθρου 86 του Συντ.) ποινική αρμοδιότητά της» ή με άλλη ρητή διατύπωση. Τέτοιος όμως ρητός και γραπτός αποκλεισμός Βουλής με Εισαγγελική Αρμοδιότητα δεν θεσπίστηκε στο Σύνταγμα. Δεδομένου ότι το Ελληνικό Σύνταγμα είναι γραπτό και αυστηρό και δεν επιδέχεται γραμματική και τελολογική ερμηνεία αντίθετη με τη ρητή διατύπωσή του, απαιτείται πραγματική ύπαρξη πέρατος δεύτερης τακτικής συνόδου της Βουλευτικής Περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος μέλους Κυβέρνησης ή Υφυπουργού. Συνεπώς στη περίπτωση που τα αδικήματα έχουν τελεστεί στη ΙΓ Βουλή από 4-10-2009 μέχρι τις 6-5-2012 (Κυριακή), οπότε εκλέχτηκαν οι Βουλευτές της ΙΔ Βουλής, η οποία διαλύθηκε σε λίγες ημέρες στις 12-5-2012, ήτοι πριν το πέρας και αυτής ακόμη της πρώτης τακτικής Βουλευτικής Συνόδου της, η κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος Εισαγγελική Βουλή δεν απώλεσε την Συλλογική Εισαγγελική της αρμοδιότητα άσκησης ποινικής δίωξης κατά Μελών Κυβέρνησης ή Υφυπουργών της Βουλευτικής Περιόδου της ΙΓ Βουλής και, η επομένη Βουλή ΙΕ που προήλθε από τις βουλευτικές εκλογές της 17-6-2012, βαρύνεται με την άσκηση της Εισαγγελικής της Αρμοδιότητας μέχρι τη πραγματική ύπαρξη νομίμου πέρατος δεύτερης τακτικής συνόδου της Βουλευτικής Περιόδου της. Σε περίπτωση που δεν υλοποιηθεί η πραγματική ύπαρξη νομίμου πέρατος δεύτερης τακτικής συνόδου της Βουλευτικής Περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος, δεν καταλύεται η ειδική Συνταγματική Εισαγγελική Αρμοδιότητα της Βουλής του άρθρου 86 του Συντάγματος και υφίσταται η Εισαγγελική Αρμοδιότητα μέχρι εκείνη τη Βουλή που θα έχει διάρκεια ζωής μέχρι και το νόμιμο πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της Βουλευτικής Περιόδου της. Υπέρ της άποψης αυτής της μακρύτερης διάρκειας της αποσβεστικής προθεσμίας άσκησης της Εισαγγελικής αρμοδιότητας της Βουλής, συνηγορεί και η ειδική Συνταγματική ρύθμιση και διατύπωση της παραγράφου 3 του άρθρου 120 του Συντάγματος, που ως ειδική υπερισχύει κάθε άλλης γενικής νομικής διάταξης,σύμφωνα με την οποία, «Ο σφετερισμός, με οποιονδήποτε τρόπο, της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή διώκεται μόλις αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία, οπότε αρχίζει και η παραγραφή του εγκλήματος». Κατά μελών Κυβέρνησης και Υφυπουργών, η διάταξη αυτή του Συντάγματος (άρθρο 120§3) επί του ειδικού εγκλήματος του σφετερισμού με οποιονδήποτε τρόπο, της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή, που αποτελεί περίπτωση του άρθρου 134§§2-1 του Ποινικού Κώδικα (Εσχάτης Προδοσίας και Προσβολής του Πολιτεύματος), ως ειδική διάταξη έναντι των σύντομων παραγραφών του άρθρου 86 του Συντάγματος, υπερισχύει καιεπεκτείνει: α) την παραγραφή ειδικά του εγκλήματος της εσχάτης προδοσίας και συγχρόνως β) το χρονικό σημείο έναρξης και λήξης της Εισαγγελικής Αρμοδιότητας της Βουλής, ως Συλλογικής Εισαγγελικής Αρχής και διατηρεί διαδικαστικά-δικονομικά την Εισαγγελική αρμοδιότητα της Ολομέλειας της Βουλής μέχρι εκείνη τη Βουλή που θα έχει το νόμιμο πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της Βουλευτικής Περιόδου της, μετά την τέλεση του αδικήματος Πρωθυπουργού, Υπουργού ή Υφυπουργού. Συνεπώς κάθε μετέπειτα παράνομη ή και νόμιμη ενδιάμεση Ολομέλεια Βουλής που δεν είχε τουλάχιστον διάρκεια ζωής μέχρι τη δεύτερη τακτική της σύνοδο και νόμιμο πέρας αυτής για διαφόρους λόγους, δεν επιτρέπεται κατά το Σύνταγμα να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό και την οριοθέτηση της λήξης της προθεσμίας για την άσκηση της Εισαγγελικής-Ποινικής αρμοδιότητας της Ολομέλειας της Βουλής και δίωξης κατά Πρωθυπουργού ή Υπουργού ή Υφυπουργού. Στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 120§3 του Συντάγματος, υπάγεται και το ειδικό κακούργημα της εσχάτης προδοσίας δια σφετερισμού της ιδιότητας του υπαιτίου ως οργάνου του Κράτους (άρθρο 134§2 α-β ΠΚ), συμπεριλαμβανομένου και του Πρωθυπουργού, Υπουργού ή και Υφυπουργού. Συνεπώς από το συνδυασμό των ως άνω ειδικών διατάξεων των άρθρων 86§§ 3 β-1 και 120§3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι ειδικά η παραγραφή του εγκλήματος της εσχάτης προδοσίας από υπαίτιο μέλος της Κυβέρνησης δεν έχει ξεκινήσει καν εάν δεν αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία που είναι αρμόδια για την ποινική δίωξη, δηλαδή στη περίπτωση εγκληματιών Πρωθυπουργών, Υπουργών και Υφυπουργών, δεν έχει αποκατασταθεί εκείνη η νόμιμη εξουσία, ήτοι η Βουλή του άρθρου 86 του Συντάγματος, που τουλάχιστον αυστηρά κατά ρητή επιταγή του Συντάγματος, έχει: α) πραγματική διάρκεια ζωής μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της Βουλευτικής Περιόδου της, και β) νόμιμο πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της Βουλευτικής Περιόδου για να στοιχειοθετείται η νόμιμη-Συνταγματική Εισαγγελική εξουσία της Ολομέλειας της Βουλής κατά την αυστηρή-γραπτή διατύπωση του άρθρου 86§§ 3 β-1 του Συντάγματος. Οιαδήποτε άλλη ερμηνεία της μείωσης της διάρκειας της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας του Συντάγματος για την άσκηση της Συνταγματικής Εισαγγγελικής Αρμοδιότητας της Ολομέλειας της Βουλής, εξυπηρετεί τη διαπλοκή εγκλημάτων της ηγεσίας της Εκτελεστικής Εξουσίας σε βάρος της Λαϊκής και Εθνικής Κυριαρχίας και καταργεί ευθέως το Θεμέλιο του Πολιτεύματος που είναι η Λαϊκή Κυριαρχία και συνεπώς ύπουλα και υποκριτικά καταργείται η μορφή του Πολιτεύματος (βλ άρθρο 1 παρ 2 Συντ.) προς εξυπηρέτηση εγκληματιών και έρχεται ευθέως κατ’ ουσίαν σε αντίθεση με το άρθρο 110 παρ 1 του Συντάγματος που απαγορεύει την οιαδήποτε αναθεώρηση του άρθρου 1παρ 2 του Συντάγματος. Απώλεια ενωρίτερα αυτής της Συνταγματικής Εισαγγελικής Εξουσίας- Αρμοδιότητας ως νόμιμης εξουσίας, της Εισαγγελικής Βουλής του άρθρου 86 του Συντάγματος που θα έχει τουλάχιστον διάρκεια ζωής μέχρι το πέρας της δεύτερης βουλευτικής συνόδου της και, η παντελώς μη άσκηση αυτής της Εισαγγελικής Αρμοδιότητας από τοιαύτη επομένη Βουλή ως αρμόδιο Συλλογικό Εισαγγελικό Όργανο, από υπαιτιότητα Βουλευτών καταφανώς συνιστά ποινική κατάχρηση εξουσίας (κακούργημα άρθρου 239 β ΠΚ) διά παραλείψεως των βουλευτών, εχόντων δέσμια-υποχρεωτική εισαγγελική αρμοδιότητα σε Κρατικό Συλλογικό Όργανο, ήτοι έγκλημα με κοινό δόλο βουλευτών που παραγράφεται ως κακούργημα σε 15 έτη, κατ΄άρθρο 111§2 του Ποινικού Κώδικα και δικάζεται από Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο με πολίτες ενόρκους διωκόμενο από Εισαγγελέα Πρωτοδικών (κατ’ άρθρο 27§1 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας) ή λόγω μείζονος ενδιαφέροντος με απόφαση του δικαστηρίου των Εφετών Αθηνών (κατά τις διατάξεις του άρθρου 29 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παράκληση: Μη βάζετε σχόλια με υβριστικό περιεχόμενο.
Τ α σχόλιά σας ας είναι κόσμια