Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012


Βιντεοπαιχνίδια

Που είναι εκείνες οι εποχές που σείονταν τα σπίτια που είχαν εφήβους! Ενα πολύχρωμο κουβάρι οι σχέσεις. Πότε ξετυλίγονταν, πότε μπερδεύνταν, πότε χρωμάτιζε έντονα όλο το σπιτικό. Στο κουβάρι αυτό ήταν μπερδεμένοι οι γονείς, τα παιδιά, το παρελθόν, το μέλλον, οι φίλοι και οι συγγενείς. Όλα ξεκινούσαν με μια κουβέντα και η κουβέντα κυλούσε στην αρχή σαν το ήσυχο ρυάκι που γινόταν χείμαρος. Καταιγίδες και λιακάδες. Ετσι κι αλλιώς σύννεφα μαζεύονταν με το τίποτα. Εκείνο που έλειπε ήταν η αστραπή που θα πυρπολήσει τον ουρανό. Δεν ήταν δύσκολο. Πολλές φορές ήταν μια σκέτη φράση όπως
«Δεν μ αρέσει αυτός ο καινούργιος σου φίλος»
Ύστερα ο αγέρας που σηκωνόταν δεν άφηνε τίποτα όρθιο.
Έτσι γινόταν παλιά. Σχεδόν σ όλα τα σπίτια.  Για να παίρνουν μαθήματα και τα μικρότερα αδέρφια και να δυσκολεύουν πιο πολύ τους γονείς τους, όπως δυσκόλευαν κι εκείνοι τους δικούς τους. Εχει παρελθόν τούτη η ιστορία λένε. Μέχρι τα απύθμενα βάθη της ιστορίας.
Στο σπτικό του Θωμά όμως δεν υπάρχει κανένα μπερδεμένο κουβάρι. Δεν υπάρχει ουρανός που να μαζεύει σύννεφα με προοπτική έστω βροχής.
Ο Θωμάς πηγαίνει στη Α λυκείου. Χαρούμενος και ανέμελος. Οι γονείς του δεν του έχουν αφήσει περιθώρια να στεναχωρηθεί για τίποτα. Μοναχογιός. Αγαπημένος. Το σχολείο που πηγαίνει είναι το καλύτερο της περιοχής.
«Διαλέξαμε το καλύτερο για σένα» του είχε πει η μάνα όταν τον έγραψε το Σεπτέμβρη.
«Δηλαδή;» την είχε ρωτήσει «Τι κάνει αυτό που δεν κάνουν τα άλλα;»
Δίστασε η μάνα. Δεν περίμενε τέτοια ερώτηση. Αναζήτησε τον πατέρα να την βοηθήσει, όπως κάνει πάντα. Εκείνος όμως είχε μια επείγουσα κλήση από το νοσοκομείο και τους είχε αφήσει μόνους τους. Ως γιατρός μπορούσε να διαχειριστεί πιο εύκολα τον ανθρώπινο ψυχισμό από μια λογίστρια. Κι εκείνη είχε επαναπαυθεί.
«Τι έχει και είναι καλύτερο;» επέμενε ο Θωμάς
«Ε…έχει πιο καλούς καθηγητές, τα παιδιά είναι καλύτερα…γενικά…δεν κάνει καταλήψεις…αυτά!» είχε βιαστεί να κλείσει τη κουβέντα η μάνα. Τώρα που της το ρωτούσε ο γιος της κατάλαβε οτι δεν είχε απαντήσει ούτε η ίδια στον εαυτό της.
Σε ανύποπτες στιγμές ο Θωμάς θύμιζε οτι πλησιάζει κι εκείνου ο χρόνος για να επαναστασήσει, να διεκδικήσει και να αλλάξει. Οι γονείς του όμως είχαν βρει την τέλεια επίθεση.
«Θωμά ο πατέρας σου έχει να σου πει κάτι» του είπαν πέρυσι, λίγο πριν τελειώσει τη Γ Γυμνασίου.
Ηταν τότε που έδινε για το Proficiency και παράλληλα τελείωνε τη Μέση στο πιάνο.
«Το ξέρεις οτι στη ζωή, όταν κάνουμε προσπάθειες και καταφέρνουμε πράγματα, πρέπει να παίρνουμε την ανταμοιβή που μας αξίζει ώστε να έχουμε κίνητρο για να πάμε και πιο πέρα. Λοιπον για να μη μακρυγορώ όταν τελειώσεις με τα αγγλικά και το πιάνο το καλοκαίρι, και πάρεις πάνω από 18 στο απολυτήριο του Γυμνασίου θα έχεις για δώρο το πιο εξελιγμένο λάπτοπ. Τι λες;»
Στην αρχή ο Θωμάς ένιωσε κάπως άβολα. Δεν το περίμενε. Δεν τον είχαν συνηθίσει σε κάτι τέτοια. Είχε ένα κομπιούτερ παλιό, για να μπαίνει στο ιντερνετ, να μιλάει στο φεισμπουκ αλλά μέχρι εκεί. Πέρασαν λίγες στιγμές μέχρι να πει
«Εντάξει, σας ευχαριστώ πολύ, θα προσπαθήσω να τα καταφέρω»
«Είμαστε σίγουροι για σένα, και πολύ περήφανοι» είπαν και οι δυο γονείς, κοιτώντας ο ένας τον άλλον συνομοτικά. Ευτυχώς ο Θωμάς δεν είχε καταλάβει τη στρατηγική κίνηση του πατέρα.
«Ρουά Ματ» όπως θα έλεγε κάποιος παίκτης στο σκάκι όταν βρίσκεται μια κίνηση πριν την νίκη.
Ο Θωμάς τα κατάφερε. Τα έβγαλε πέρα παληκαρίσια. Ολα και απολυτήριο πήρε δεκαοκτώ και εφτά. Δηλαδή αριστείο.
Οπως είχε υποσχεθεί ο πατέρας πήρε το γιο του, πήγαν μαζί σε ένα κατάστημα ηλεκτρονικών και διάλεξε για το γιο του το καλύτερο λαπτοπ. Και όχι μόνο αυτό. Για να τον ευχαριστήσει ακόμα πιο πολύ του αγόρασε και ένα παιχνίδι για να παίζει τώρα το καλοκαίρι που θα ξεκουράζεται για να πάρει δυνάμεις για το Λύκειο.
Απο κείνη τη μέρα απόλυτη σιωπή επικρατεί στο σπίτι τους. Ο Θωμάς περιζώνει το κεφάλι του με τα ακουστικά, κάθεται μπροστά στο λάπτοπ του και ξεχνάει το κόσμο γύρω του. Απουσιάζει συνέχεια. Το πρωί στο σχολείο την υπόλοιπη μέρα στον υπολογιστή.
Τα μαθήματα του γενικά δεν τα παραμελεί. Οσο χρειάζεται ωστε να είναι μέσα στο παιχνίδι. Ετσι χαρακτηρίζει τη σχολική του ζωή, παιχνίδι.
«Τι παίζει σήμερα;»  «Τι έπαιξε με σένα και το Γιώργο;»
Τόση πολλή ησυχία στο σπίτι ώστε ούτε οι ίδιοι οι γονείς του δεν άντεξαν και τόλμησαν μια μέρα να τον ρωτήσουν
«Μα τι κάνεις ρε αγόρι μου όλη την ώρα στον υπολογιστή σου;»
Βέβαια δεν πήραν καμια απάντηση αφού τα αυτιά του ήταν ερμητικά κλεισμένα με τα ακουστικά του. Αναγκάστηκε η μάνα να πάει κοντά να του χαιδέψει τα μαλλιά, για να γυρίσει το κεφάλι του να τη δει
«Δεν μπορώ τώρα, μπορούμε να τα πούμε αργότερα;» της είπε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και συνέχισε να πυροβολεί τους εχθρούς που ξεπρόβαλλαν μέσα από τα χαλάσματα. Δίπλα στο κομπιούτερ του είναι το κινητό του του οποίου η οθόνη δεν έχει σταματήσει να αναβοσβήνει, σημάδι πως παίρνει μηνύματα. Απαντά στα πεταχτά και συνεχίζει το παιχνίδι του.
Οπως θα έκανε μια καλή μάνα που ενδιαφέρεται για το παιδί της, την ώρα που εκείνος ήταν στο μπάνιο, έψαξε τα μηνύματα του. Ευτυχώς δεν υπήρχε κωδικός. Του ζητούσαν να βγουν βόλτα. Οι αρνήσεις του ήταν επίμονες. Στην αρχή ευγενικές. Μετά έγιναν πιο άγριες.
Ο Θωμάς ήταν πια σαν μαγεμένος. Δεν αναγνώριζε το πέρασμα του χρόνου. Ζούσε σ ένα ατέλειωτο παρόν. Εκείνο της μάχης, του φανταστικού κόσμου με τέρατα, μάγους, και στρατούς απο ξωτικά. Η μόνη του έγνοια ήταν πως να ανεβαίνει επίπεδα, να συγκεντρώνει πόντους.
Οταν ήρθε από το σχολείο ειδοποίηση για αρκετές απουσίες, ο Θωμάς τους είπε με το πιο φυσικό ύφος του κόσμου, οτι έπρεπε να πάει στο ιντερνετ καφέ για να ολοκληρώσει κάποιες αποστολές του με μερικά άλλα παιδιά από την Αμερική.
Δαγκώθηκαν οι γονείς του. Θυμήθηκαν εκείνο το νικητήριο συνομοτικό ύφος, όταν πίστεψαν οτι μ αυτό το τρόπο να κατευνάσουν την εφηβεία του γιου τους. Πικράθηκαν.
«Πήραμε το παιδί μας και το παραδώσαμε στον εξωαποδώ» είπε με δάκρυα στα μάτια η μάνα στον άνδρα της
Εκείνος δεν πήγαινε πίσω. Η στεναχώρια είχε πικράνει και την ανάσα του ακόμα.
«Ετσι είναι όλα τα παιδιά της ηλικίας του, θα του περάσει ο καημός» βρήκε να πει δίχως όμως να το πιστεύει.
«Για να γλυτώσουμε από τους καυγάδες το ποτίσαμε ναρκωτικό το παιδί μας» ξαναείπε η μάνα όλο ενοχές.
Η αλήθεια είναι οτι τα περισσότερα παιδιά ξημεροβραδιάζονται μπροστά στον υπολογιστή τους. Εξαρτήθηκαν από αυτόν με χίλιους δυο τρόπους. Η παγίδα είναι καλά στημένη και το ξέρουν όλοι αυτό. Μικροί και μεγάλοι. Ωστόσο ο καθένας για τους δικούς του λόγους προτιμά να βαφτίζει αλλιώς αυτή τη παγίδα και να κάνει πως δεν υπάρχει.
Ο Θωμάς κοντεύει να τελειώσει τη τάξη, ένας Θεός ξέρει πως. Μαζί τελειώνει και η υπομονή των γονιών. Αποφάσισαν να διορθώσουν τα πράγματα.
«Ακου Θωμά» είπε ο πατέρας «όταν πέρυσι σου κάναμε αυτό το δώρο δεν πιστεύαμε οτι θα καταντήσεις έτσι. Κρίμα!»
«Ψέματα!» είπε ήρεμα εκείνος. «Είναι μεγάλο ψέμα αυτό. Ξέρατε και πολύ καλά μάλιστα! Δεν ζείτε στο φεγγάρι, στη γη ζείτε. Βλέπετε τι γίνεται γύρω σας. Το κάνατε σχεδόν επίτηδες» είπε
Οι γονείς του έμειναν στήλη άλατος. Οι στιγμές που πέρασαν δεν ήταν σιωπή. Αυτές ήταν τα κανόνια του Ναβαρόνε.
«Και τώρα αφήστε με, επειδή έχω να ολοκληρώσω μια αποστολή»
Αποχώρησαν σιγά σιγά σα μαθητές που τους μάλωσε ο δάσκαλος. Εκλεισαν τη πόρτα πίσω τους λες και έκλειναν απ έξω τις ενοχές.
«Αντί να μοιρολογούμε» είπε ο πατέρας, « να δούμε πως θα σώσουμε την κατάσταση»
«Τι να κάνουμε;» είπε πανικοβλημένη η μάνα.
Ο πατέρας πέρασε αρκετή ώρα προσπαθώντας για αρχή να καταπολεμήσει τις τύψεις του. Κατάλαβε οτι δεν ήταν δυνατόν να αποφασίσει να βγει από το βάλτο όταν τον πιέζει μια βαλίτσα με ένα τόνο ενοχές. Το πρώτο του μέλημα ήταν να διώξει αυτό το βάρος.
Στα χνάρια του η σύζυγος. Ακόμα και τώρα δεν τολμούσε να πάρει πρωτοβουλίες για τη ζωή της.
Το θέμα με το κόλλημα του γιου τους, ήταν μια πρώτης ταξης ευκαιρία να ψάξουν τον εαυτό και τη σχέση τους. Τα δάκρυα που παρέσυραν στο διάβα τους πολλών χρόνων σκουπίδια και φαντάσαματα ήταν άφθονα. Ο ειδικός τους συμβούλεψε πως δεν γίνεται να οικοδομήσεις σε σαθρό έδαφος, πως για να ξαναχτιστεί το σπίτι πρέπει να συμφωνήσουν σε όλα ο αρχιτέκτονας και ο μηχανικός.
Πέρασε λίγος καιρός. Αρχισαν να κάνουν πιο πολλά μαζί οι τρεις τους. Πηγαίναν για φαγητό, βόλτες, έβλεπαν κωμωδίες, θεατρο, και συζητήσεις. Μιλούσαν για όλα. Ελεύθερα. Δίχως υπονούμενα και κρυφά μηνύματα.
Στ αυτιά τους έχει μείνει ακόμα ο ήχος από το πληκρολόγιο και το ποντίκι. Σα καρφιά. Κι άλλα καρφιά. Ήταν όμως σ ένα σώμα που πέθαινε. Για να γεννηθεί το καινούργιο.
Ο Θωμάς συνεχίζει να παίζει. Ομως όχι όλες τις ώρες. Ανοιξε ο ορίζοντας του επειδή συγχώρεσε τους γονείς του, χωρουν πια κοντά του, είναι μέρος της ζωής του. Το σημαντικό είναι οτι κανείς τους δεν φοβάται πια. Επειδή όλοι κάνουν κάτι καλό για τον εαυτό τους που έχει θετικό αντικτυπο και στους άλλους!


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παράκληση: Μη βάζετε σχόλια με υβριστικό περιεχόμενο.
Τ α σχόλιά σας ας είναι κόσμια