Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

28η Οκτωβρίου 1940 Το Έθνος, γιορτάζει, χωρίς να θυμάται




 Ή μήπως γιορτάζει, επειδή δεν θυμάται;
Γράφει η Πόπη Σουφλή
«Ο αγώνας του ανθρώπου, ενάντια στην εξουσία, είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη»
Μ΄ αυτή την τόσο απλή και μεγαλειώδη φράση του Κούντερα, θέλω να ξεκινήσω το άρθρο μου.
 Ήταν 2η Οκτωβρίου 1940. Ελληνοαλβανικά σύνορα. Ώρα 5η πρωινή. Η Ιταλική σφαίρα, βρίσκει τον στόχο της.
Ο στρατιώτης Βασίλειος Τσαβαλιάρης, ήταν ο πρώτος πεσών του Ελληνικού Έπους.
Η σάλπιγγα, έδινε το σύνθημα της μάχης, ως ένα προσκλητήριο στον υπέρτατο αγώνα για την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!
Πίσω από τα σκόπευτρα, με το  δάχτυλο στην σκανδάλη, οι φρουροί των προκεχωρημένων φυλακίων, προσπαθούσαν να διαπεράσουν το σκοτάδι.
Απέναντι, σε λίγα μέτρα απόσταση, ο εχθρός, μόλις είχε αρχίσει την επίθεσή του.
Πρίν ακόμα εκπνεύσει το τελεσίγραφό τους, οι Ιταλοί, είχαν εξαπολύσει τις ταξιαρχίες τους, και οι πρώτες σφαίρες, έσκιζαν την νυχτερινή σιωπή, πάνω στα βουνά της ΗΠΕΙΡΟΥ.
Εκεί, στην  γραμμή των συνόρων, σ΄ ένα απομακρυσμένο φυλάκιο, έπεφτε νεκρός ο πρώτος Έλληνας στρατιώτης, ο Βασίλειος Τσαβαλιάρης. Ένας φαντάρος, που έτυχε να κάνει την πρωινή σκοπιά.
Χωρίς ποτέ να γίνει ήρωας. Χωρίς ποτέ να βγει από την ανωνυμία.
Κι όμως, με τον θάνατο αυτού του «ανώνυμου» Έλληνα στρατιώτη, ξεκίνησε το Έπος της Αλβανίας, που καταγράφτηκε στην παγκόσμια ιστορία, ως μια από τις ηρωικότερες στιγμές, ανάμεσα στις μάχες της ανθρωπότητας.
Αν όμως οι νίκες στηρίζονταν στα κανόνια, στις θυσίες και στο θάρρος, η περιγραφή τους, απαιτεί χαρτί και μελάνι.
Και δεν υπάρχει σπουδαιότερος ανταποκριτής, από τον τραυματία, που γράφει ένα γράμμα στους αγαπημένους του, βουτώντας το δάχτυλο στο αίμα της πληγής του.
Ψάχνοντας σε παλιά βιβλία κι αναζητώντας ανθρώπους που πολέμησαν πάνω στα βουνά της Αλβανίας, ανακάλυψα έναν ολόκληρο θησαυρό από τέτοια γράμματα στρατιωτών, που από την πρώτη γραμμή του Μετώπου, έγραφαν στις οικογένειές τους.
«Μέτωπον 7-11-1940
Οι τραυματίες μου, του θαλάμου όλοι με κρυοπαγήματα και κομμένα πόδια και δάκτυλα, πιασμένοι καθιστοί στα κρεββάτια τους, με μαντήλια, χέρι – χέρι χορεύουνε… Καλαματιανό»
«Κορυτσά 10-12-1941
Αγαπητέ αδελφέ Μανώλη, γειά σου
Πήρα δυύο γράμματά σου και ευχαριστήθην που είσθε καλά και τώρα, θα σου γράψω σχετικώς με τον στρατιώτην μου Μάρκο Δασακιάν, ο οποίος έπεσεν ηρωικώς εις την πρώτην  μας μάχη.
Έπεσεν ηρωικώς, την στιγμή, που με τα χέρια του, έβγαλε τους πασσάλους του συρματοπλέγματος, δια να ανεβούμε εις τα χασρακώματα των ατίμων.
Έπεσε πολύ κοντά μου.
Σου το γράφω τώρα, διότι θα το διαβάσετε εις τας εφημερίδας.
Λοιπόν, αγαπητέ Μανώλη, νομίζω, ότι η γυναίκα του ήτο έγγυος και αν το παιδί παραμείνει αβάπτιστο, λέγεις εις τους δικούς του, ότι γράφω, εάν θέλουν να το βαπτίσεις εξ ονόματός μου και να ξοδεύσεις από τα ιδικά μου λεφτά.
Εάν είναι αγόρι, να βγάλεις το όνομα του ηρωικού πατρός του, εάν δε πάλι είναι κορίτσι, να προτιμήσεις Νίκη ή Ελευθερία, διότι δι αυτά έπεσε ενδόξως ο πατήρ του.
Και αν ευρίσκεται η οικογένειά του συγχωρεμένου, οικονομικώς στεναχωρημένη, να την βοηθήσεις εκ των ιδικών μου χρημάτων και να φροντίσετε να την βοηθήτε πάντοτε, διότι είναι αξία πάσης βοηθείας, μι τέτοια οικογένεια, αφού ο αρχηγός της, έπεσεν ηρωικώς υπέρ της Ελευθερίας της γλυκείας μας Πατρίδος.
Ακόμη, να φροντίσετε να του γίνει και μνημόσυνο ξεχωριστό, εκτός από εκείνο που θα κάμει η Πατρίς μας, δια τους ηρωικώς πεσόντες».

Το «ΟΧΙ», τούτος ο λαός, τόχει πει πολλές φορές.
Το πρώτο «ΟΧΙ», το είπε το 490 π.χ. μέσω της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, σ’ αυτόν εδώ τον  τόπο, στον Μαραθώνα.
Το δεύτερο «ΟΧΙ», το είπε δια στόματος βασιλιά Λεωνίδα της Σπάρτης, στις Θερμοπύλες, το 48 π.χ. «ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ»!
Το τρίτο, ειπώθηκε στη Σαλαμίνα, τον ίδιο χρόνο.
Το τέταρτο, στις Πλατειές, τον επόμενο.
Το νιοστό «ΟΧΙ» των Ελλήνων, ειπώθηκε από τον Αθανάσιο Διάκο στην Αλαμάνα. Κι άλλο, από τον Οδυσσέα Ανδρουτσο, στη Γραβιά.
Συλλογικό ΟΧΙ, ειπώθηκε στο Μεσολόγγι. Κι άλλο, στο Μανιάκι, από τον Παπαφλέσσα.
Για τον ΕΛΛΗΝΑ, το ΟΧΙ, είναι.. ρουτίνα.. Οι Έλληνες, ποτέ δεν είπαν «ΝΑΙ»....



Το ΟΧΙ του ’40, τόπε ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΟΣ, στις βουνοκορφές και στα χιόνια, όταν τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου, ο δικτάτορας Μεταξάς, βρέθηκε προ τετελεσμένων γεγονότων, όταν  ο πρέσβυς της Ιταλίας, του επέδιδε το τελεσίγραφο και οι Ιταλοί, είχαν ήδει εισβάλει στην Ήπειρο.
Τότε, που ο πρώτος νεκρός, ο στρατιώτης Βασίλειος Τσαβουλιάρης, είχε ήδη πέσει νεκρός από ιταλική σφαίρα.
Απλά ο Μεταξάς, διαπίστωσε ότι «έχουμε πόλεμο». Γι αυτό και λέω, ότι το ΟΧΙ, το είπε ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΟΣ!
Τόπε στο Ρούπελ και στο Τεπελένι.
Στους Αγίους Σαράντα και στη Κορυτσά, που ποτέ δεν επισκέφθηκε ούτε ο Μεταξάς, ούτε οι βασιλείς, ως όφειλαν.
Το ΟΧΙ, συνέχισε να το λέει ο Ελληνικός λαός, μαχόμενος στα χρόνια της Κατοχής, όταν η ηγεσία της Ελλάδος, βρισκόταν στην Αίγυπτο.
Την 27η Οκτωβρίου 1940, ο Ελληνικός λαός, βρισκόταν επί τέσσερα έτη κάτω από την τυραννίδα της βασιλοφασιστική, ενός επίορκου μονάρχη, και η ύπουλη φασιστική επίθεση του Μουσολίνι, έβγαζε επιτέλους τον ταπεινωμένο λαό, πάλι την αιθρία της Ιστορίας, έστω και με τον πόλεμο.
Κι ήταν τότε, που ο μεγάλος μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, αν και σε βαθύ γήρας, έπιασε τον παλμό της στιγμής, με τέσσερις λιτούς στίχους, σαν πραγματικός πνευματικός ηγέτης, απευθύνθηκε στον ενθουσιασμένο λαό:
«Η μεγαλοσύνη στα έθνη, δεν μετριέται με το  στρέμμα,
με την καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.
Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα.
Μεθύστε με τα’ αθάνατο κρασί του εικοσιένα»!
Κι ένας μεγάλος λαός, μέθυσε, γιατί έχει μνήμη, γιατί επιδίωξε να κατακτήσει τα αγαθά του ελεύθερου βίου.
Γιατί η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, δεν είναι έννοια αφηρημένη, ούτε μεταφυσική. Είναι πράγματα απτά.
Είναι ο παιάνας της Σαλαμίνας, έτσι όπως τον διατύπωσε ο Αισχύλος στους «ΠΕΡΣΕΣ», που δεν μίλησε, ούτε για ηθικοποιημένη, ούτε για ιδεολογικοποιημένη ελευθερία, αλλά για τις γυναίκες, τα παιδιά, τους τάφους των προγόνων.
Η 28η Οκτωβρίου 1940, δεν είναι ημερομηνία νίκης εναντίον ενός «προαιώνιου» εχθρού, ή απελευθέρωσης και κήρυξης της Εθνικής Ανεξαρτησίας.
Είναι η πλέον «οικουμενική» από τις εθνικές επετείους, ακριβώς γιατί συμβολίζει κάτι, που δεν περιορίζεται στα εθνικά όρια, αλλά έχει πανευρωπαϊκές και παγκόσμιες διαστάσεις – την αντίσταση κατά του φασισμού.
Η απόφαση της Ελλάδας, ν΄ αντισταθεί στον ιταλικό και γερμανικό φασισμό, υπερβαίνει την υπεράσπιση απλώς της εθνικής ανεξαρτησίας και συνδέεται  με την υπεράσπιση οικουμενικών αξιών, όπως είναι η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ.
Αυτό το νόημα της 28ης Οκτωβρίου του ’40, τείνουμε να το ξεχνάμε.
Όχι γιατί λόγω της χρονικής απόστασης των μεταπολεμικών πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα και της ευρωπαϊκής ενοποίησης, ξεχάσαμε ότι και οι Ιταλοί και οι Γερμανοί, υπήρξαν «εχθροί μας».
Αλλά γιατί οι Εθνικές Επέτειοι, δεν συνδέονται με την ιστορική μνήμη.
Η Ιστορία, κρύβεται πίσω από την ρητορεία, τους μεγαλόστομους επαίνους και τους μανιχαϊστικούς διαχωρισμούς.
Το έθνος, γιορτάζει χωρίς να θυμάται. Ή μήπως γιορτάζει, γιατί δεν θυμάται;
Κι όμως όσο πιο μικρή είναι μια χώρα, όσο πιο μικρός είναι ένας λαός, τόσο εντονότερες πρέπει να είναι και οι ιστορικές μνήμες τους, τόσο ισχυρότερες και συχνότερες οι αναδρομές του στα ιστορικά γεγονότα που σφράγισαν την ύπαρξη και την επιβίωσή του ως έθνους.
Γιατί ένα μικρό έθνος, χρειάζεται μεγάλες αντοχές.
Και οι αντοχές αυτές, αντλούνται από την συνειδητοποίηση των μεγάλων στιγμών της ιστορίας, ενός λαού, από τις στιγμές που ένας λαός, υπερβαίνει τα ελαττώματα, τις ελλείψεις και τις αδυναμίες του, για να υψωθεί στην σφαίρα των πραγματικών Αξιών, σ’ αυτές που διακρίνουν και καταξιώνουν τον άνθρωπο και τον κάνουν να μεγαλουργεί.
Πολύ αίμα χύνεται, πολλές ανθρώπινες ζωές θυσιάζονται, χιλιάδες Έλληνες γυρίζουν από τον πόλεμο ανάπηροι.
Αποτρέπεται ο φασιστικός κίνδυνος, εξασφαλίζεται (μέχρι ν’ ακολουθήσει η γερμανική λαίλαπα) η ακεραιότητα της χώρας και γράφεται το ΕΠΟΣ ΤΟΥ ’40.
Είναι προφανές, ότι το Έθνος μας οφείλει να εορτάζει με σεβασμό στους νεκρούς ήρωες, με λαμπρότητα αντάξια του γεγονότος και με καθολική συμμετοχή.
Τέτοια τιμή αρμόζει σ’ αυτούς στους οποίο9υς χρωστάμε την Ελευθερία, τη Ζωή και την Εθνική μας ακεραιότητα.
Αναρωτιέμαι, και σας καλώ να αναρωτηθούμε όλοι, πόσο τιμούμε τα τελευταία χρόνια, τις δυο αυτές επετείους και πόσο συμμετέχουμε σ’ αυτές τις γιορτές εθνικής μνήμης.Π
Πέρα από τις επίσημες εθνικές τελετές στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκης, που κι αυτές δεν έχουν σε όγκο, σε παλμό και σε αντιπροσωπευτικότητα συμμετοχής τη δέουσα παρακολούθηση, τι γίνεται στο χώρο της εκπαίδευσης;
Τα σχολεία, γιορτάζουν τυπικά και με περιορισμένη συμμετοχή αυτές τις επετείους.
Ποιά όμως συνειδητοποίηση των γεγονότων που σημάδεψαν την ιστορική μας ύπαρξη, μπορεί να επιτευχθεί μ’ αυτόν τον τρόπο;
Πόσο οι νέοι μας, οι σημερινοί μαθητές και φοιτητές και αυριανοί πολίτες αυτής της χώρας, έχουν την ευκαιρία να νοιώσουν βαθιά μέσα τους τι αγώνες χρειάστηκαν, πόσοι Έλληνες χάθηκαν, ποια Ιδανικά υπηρέτησαν, ποιες Αξίες τους οδήγησαν να αγωνιστούν για να μας κληροδοτήσουν μια ελεύθερη πατρίδα;
Κι ωστόσο, οι μνήμες, ιδίως του ’40, είναι ακόμη νωπές.
Δεν έχουμε την πολυτέλεια να μετατρέψουμε αυτές τις «επετείους ουσίας» σε «επετείους απουσίας» ή και σε «γιορτές ρουτίνας» με τυπικές προσεγγίσεις και επιφανειακές αναδρομές ή και μεγαλόστομες ρητορικές εξάρσεις, που παρακάμπτουν την ουσία και τη σημασία των γεγονότων.
Έχουμε χρέος, ν’ αναβιώσουμε με τον πιο ουσιαστικό τρόπο και τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή, τις στιγμές και τις αξίες που οδήγησαν τον λαό μας να πετύχει το ακατόρθωτο:
Να αποτινάξει τον ζυγό μιας Αυτοκρατορίας το 1821 και να πει το μεγάλο ΟΧΙ στη φασιστική Ιταλία και στον γερμανικό ναζισμό το 1940.
Αυτά είναι τα διδάγματα που μπορούν να εμπνεύσουν όλους μας, ιδίως τους νέους, σε καιρούς υποβάθμισης των Ιδανικών και των Αξιών, παραμέλησης των Αρχών και των Κανόνων και σε καιρούς σύγχυσης των Ιδεών.
Αυτές που κακοποιούνται σήμερα, δεν είναι μόνο οι ανθρώπινες υπάρξεις, αλλά οι ΑΞΙΕΣ.
Η Ελευθερία, η Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια, το Δικαίωμα στη Ζωή.
Οι επέτειοι ιστορικής μνήμης, ηθικής ευθύνης και εθνικών αγώνων, όπως η σημερινή, βοηθούν αν μη τι άλλο, να συναισθανθούμε τι ενέπνευσε και τι δίχασε τους λαούς, μερικές δεκαετίες πριν και τι εμπνέει και διχάζει τους λαούς σήμερα.
Νοηθούν να κατανοήσουμε πόσο διαφέρει η εναντίωση στον φασισμό, με τον έντιμο και γενναίο θάνατο χιλιάδων Ελλήνων στα πεδία των μαχών και με θυσίες πολλών άλλων στην Αντίσταση, από τους τυφλούς βομβαρδισμούς και τη διασπορά σκόνης του άνθρακα, που συμβαίνουν στις μέρες μας.
Δυστυχώς, φαίνεται, ότι και η πολεμική αρετή, αρχίζει πια να αλλοιώνεται σε μορφή και σε νόημα!
Κι εδώ, έρχεται η ευθύνη η δική μας σαν γονιών, καθώς και των εκπαιδευτικών, αμφοτέρων ως ΠΑΙΔΑΓΩΓΩΝ, που έχουμε το χρέος να πλάσουμε ψυχές και να παραδώσουμε Υπεύθυνους Πολίτες στην κοινωνία.
Οι Έλληνες του  παρελθόντος, πάντα επεδείκνυαν την δύναμή τους, το πάθος τους να πολεμήσουν για την πατρίδα και κυρίως για την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.
Το ερώτημα είναι, αν εμείς, οι σημερινοί Έλληνες, θα πεθαίναμε για την πατρίδα μας;
Πικρή διαπίστωση: 
Το έθνος, γιορτάζει, χωρίς να θυμάται…
Ή μήπως γιορτάζει, επειδή δεν θυμάται;
(Από το αρχείο της εφημερίδας ΑΤΤΙΚΑ ΝΕΑ  28/10/2005)
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παράκληση: Μη βάζετε σχόλια με υβριστικό περιεχόμενο.
Τ α σχόλιά σας ας είναι κόσμια