Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Προσκυνητής


Posted: 18 Jan 2014 02:31 AM PST
Γιάννη Πρόφη /Λαογράφου-συγγραφέα
 
  Εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό η θεία Κούλα ξύπνησε με τα κοκόρια κι άρχισε να ετοιμάζεται για τη Λειτουργία που θα έκανε μαζί με τη μητέρα της, τη γιαγιά Χρυσούλα, στο ξωκλήσι της Παναγίας του Σκουπέρη. Είχανε από μέρες κανονίσει με τον παπά-Δημήτρη τη μέρα και την ώρα της λειτουργίας, μέρα καθημερινή. Αυτός θα πήγαινε στο ξωκλήσι με το γαϊδούρι του, αυτές ποδαρόδρομο. Μάνα και κόρη είχανε από τότε συνεννοηθεί ποια από τα χρειαζούμενα της Λειτουργίας θα έπαιρνε μαζί της η καθεμιά: Η μάνα θα έπαιρνε το μπουκάλι με το γλυκό κρασί για τη θεία κοινωνία, το λάδι και το πρόσφορο. Η κόρη τα κεριά, τα λουμίνια, τα σπίρτα, το λιβάνι, τα καρβουνάκια κι ένα κλωνάρι βασιλικό. Κι από το προηγούμενο βράδυ ετοίμασε η καθεμιά στο σπίτι της τα πράματα που έπρεπε να πάρει μαζί της, ώστε αύριο το πρωί να τα είχε έτοιμα. Η θεία Κούλα ετοίμασε τα κεριά από «ντίλα», όπως έλεγαν τη κερήθρα, και τ’ άλλα πράματα που είχανε συμφωνήσει, τα έβαλε στο ταγάρι κι έπεσε νωρίς να κοιμηθεί.
 Το πρωί ξύπνησε πριν καλά καλά ξημερώσει, πλύθηκε, έκανε το σταυρό της και φόρεσε ρούχα καθαρά. Πήρε στο χέρι της το ταγαράκι με τα πράματα της Λειτουργίας και ξεκίνησε για το σπίτι της γιαγιάς. Το σπίτι της μητέρας της δεν ήταν μακριά, σ’ ένα λεφτό έφτασε. Η γιαγιά την περίμενε.
 «Καλημέρα, μητέρα», «καλημέρα, Κούλα μου». Άρχισε τις ερωτήσεις η γιαγιά: «Πήρες τα κεριά;» «Πήρα». «Πήρες λουμίνια;» «Πήρα». «Πήρες σπίρτα;» «Πήρα». «Πήρες λιβάνι;» «Λιβάνι; Αχ, όχι, δεν πήρα Τ΄ ήταν αυτό που έπαθα; Και δεν έχω καθόλου στο σπίτι μου. Έλεγα να πήγαινα χτες το απόγεμα ν’ αγόραζα, αλλά το ξέχασα εντελώς Μήπως έχεις εσύ;» «Ούτε κι εγώ έχω, μου έχει τελειώσει Τι θα κάνουμε τώρα; Πώς θα γίνει η λειτουργία χωρίς λιβάνι;», είπε η γιαγιά. 
Μάνα και κόρη μείνανε για λίγο αμίλητες και στεναχωρημένες. «Είναι και που θ’ αργήσουνε ν’ ανοίξουνε τα μαγαζιά για να πήγαινα ν’ αγοράσω τώρα, απάντησε η θεία Κούλα και συνέχισε: Κι ο παπάς δε θα μας περιμένει. Άμα αργήσουμε, θα φύγει». Η γιαγιά σκέφτηκε λίγο και είπε: «Πήγαινε ξανά στο σπίτι σου και ψάξε καλά μήπως σου βρίσκεται πουθενά λίγο λιβάνι. Κι άμα δε βρεις, κοίταξε μήπως έχει ξυπνήσει καμιά γειτόνισσα, να της ζητήσεις». Έτρεξε η θεία Κούλα στο σπίτι της, όπως της είπε η γιαγιά. Άνοιξε συρτάρια, άνοιξε κουτιά, άνοιξε ντουλάπια, αλλά λιβάνι πουθενά. Ούτε για δείγμα. Με άδεια χέρια πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Βγαίνοντας από το σπίτι, κοίταζε στις γειτονικές αυλές, μήπως έβλεπε κάποια γειτόνισσα που είχε ξυπνήσει, για να της ζήταγε
λιβάνι. Τίποτα. Όλες κοιμόντουσαν. Τέτοια ώρα άλλες φορές όλο και κάποια φαινότανε στην αυλή ή έξω στο δρόμο που σκούπιζε με το θυμάρι το μέρος μπροστά από την αυλόπορτά της. Σήμερα καμιά, λες και το ‘καναν επίτηδες. Αλλά δεν ήτανε και σωστό να πάει να χτυπήσει ξένη πόρτα από τα χαράματα.
Με βαριά καρδιά συνέχισε τον δρόμο για το σπίτι της γιαγιάς. Της ερχόταν να βάλει τα κλάματα από τη σταναχώρια και βάδιζε με το κεφάλι σκυφτό. Όμως, όταν έφτασε στην αυλόπορτά της, μια πιθαμή μπροστά από το κατώφλι, είδε πάνω στο χώμα, ανάμεσα σε μερικά χαλικάκια, ένα τοσοδά μικρό πραματάκι, που δεν έμοιαζε με πέτρα, αλλά μάλλον κάτι άλλο ήτανε. Η θεία Κούλα παραξενεύτηκε και σταμάτησε για λίγο για να δει τι ήταν αυτό το πράμα. Με την άκρη του παπουτσιού της το μετακίνησε λίγους πόντους πιο πέρα. Αυτό κύλισε και τότε είδε καθαρά ότι ήταν ένα πολύ μικρό χωνάκι από φτηνό μπεζ χαρτί, μάλλον ήταν από κομμάτι παλιάς χαρτοσακούλας. Το απάνω μέρος του χωνιού ήταν γυρισμένο και πιεσμένο, ώστε μα μη χυνόταν το περιεχόμενό του. Στο μυαλό της θείας Κούλας πέρασε τότε σαν αστραπή η ιδέα και η ελπίδα πως μέσα σ’ αυτό το μικρό χωνάκι κρυβόταν αυτό που με λαχτάρα αναζητούσε: Το λιβάνι. Έσκυψε γρήγορα και το πήρε στα χέρια της. Άνοιξε τις γυρισμένες άκρες του και τι να δει: Το χωνάκι ήταν γεμάτο με μικρούς κόκκους όπως του λιβανιού ή της χιώτικης μαστίχας. Με τρεμάμενα χέρια το έφερε τώρα στη μύτη της για να μυρίσει το περιεχόμενό του. Ένα άρωμα μοσχολίβανου πλημμύρισε τα σωθικά της. Δάκρυσε τώρα η θεία Κούλα. Γύρισε τα μάτια της στον ουρανό, έκανε τον σταυρό της και είπε: «Σ’ ευχαριστώ, Παναγία μου, που μου έβγαλες αυτή τη σταναχώρια».
Όταν μπήκε στην αυλή, η γιαγιά την περίμενε. «Βρήκες λιβάνι, μόι Κούλα;» τη ρώτησε με αγωνία. 
«Βρήκα, αλλά από θάμα το βρήκα», απάντησε εκείνη, δείχνοντάς της το χωνάκι. «Δηλαδή τι θάμα;», ξαναρώτησε η γιαγιά. 
«Να το βρήκα πεταμένο χάμω, έξω από την αυλόπορτά σου». 
Η γιαγιά δεν την πίστεψε: «Αλήθεια λες; Μήπως το είχες φέρει εσύ και σου έπεσε από το ταγάρι την ώρα που ερχόσουν;»
 Όχι, καλέ μητέρα, αφού σου είπα ότι χτες ξέχασα εντελώς να πάω ν’ αγοράσω. Και στο σπίτι που πήγα προηγουμένως δε βρήκα ούτε ένα κόκκο». «Και τότες ποιος λες να έβαλε το λιβάνι απ’ έξω από την αυλόπορτα;», ρώτησε η γιαγιά.
 Η θεία Κούλα ύψωσε τα δυο της χέρια, κοίταξε ψηλά και είπε: «Η Παναγία Αυτή μας το ‘φερε Ποιος άλλος;» Η γιαγιά πήρε τώρα στο χέρι της το χωνάκι και το μύρισε. «Ναι, λιβάνι είναι, μοσχολίβανο Και μυρίζει πολύ ωραία», είπε στην κόρη της και μονολόγησε: «Καλά λες Η Παναγία μάς το ‘φερε». Έκανε κι αυτή τον σταυρό της με ανακούφιση. «Εμπρός, πάμε τώρα στην εκκλησία, γιατί αργήσαμε», είπε στο τέλος.
Οι δυο γυναίκες πιάστηκαν αγκαζέ και ξεκίνησαν για το ξωκλήσι, την ώρα που η ανατολή ρόδιζε από το φως του ήλιου. Στο δρόμο δεν αντάλλαξαν ούτε μια κουβέντα. Είχανε στο μυαλό τους αυτό που τους συνέβη εκείνο το πρωινό. Και τα πρόσωπά τους φωτίζονταν από ένα μικρό χαμόγελο. Όσο για το θάμα, δεν το είπανε ούτε του παπά Το διηγήθηκε μετά από μερικά χρόνια η ίδια η θεία Κούλα. Και συμπλήρωσε με αφοπλιστική πεποίθηση: «Δε μου το βγάζεις από το μυαλό ότι αυτό που μου συνέβη τότε ήτανε θάμα».
Posted: 17 Jan 2014 10:25 AM PST
Δεν υπάρχει άνθρωπος που να έχει επισκεφθεί ελληνικό μοναστήρι και να μην έχει γευθεί την γλύκα του μοναστηριακού καλωσορίσματος με τα παραδοσιακά λουκούμια που προσφέρουν οι μοναχοί στους επισκέπτες τους.
Μια παράδοση εξαιρετικά απλή αλλά ιδιαίτερα ξεχωριστή. 
Ανάλογα με τις δυνατότητες που έχουν άλλες Μονές προμηθεύονται και άλλες παρασκευάζουν στους χώρους τους τα λουκούμια προσφέροντας στους επισκέπτες τους αγνά μοναστηριακά προϊόντα.

Η κάμερα του Πρακτορείου Εκκλησιαστικών Ειδήσεων βρέθηκε στην Ιερά Μονή Αγίων Αναργύρων Μελλισοτόπου Καστοριάς και κατέγραψε την διαδικασία παρασκευής λουκουμιών από τον Ηγούμενο της Μονής αρχιμανδρίτη Ευλόγιο Παπαδημητρίου.
Ο 60χρονος κληρικός, πριν αφιερωθεί στην Εκκλησία ήταν ζαχαροπλάστης. Μάλιστα στην Πτολεμαΐδα διατηρούσε το δικό του ζαχαροπλαστείο. 
Πλέον κανείς επισκέπτης του μοναστηριού δεν φεύγει από εκεί αν δεν «γλυκαθεί». Την παραμονή της πρωτοχρονιάς μάλιστα μοίρασε στους πιστούς γλυκά που είχε παρασκευάσει ο ίδιος.

Παρακολουθήστε την Παρασκευή των λουκουμιών, σε μια από τις σπάνιες φορές που τηλεοπτικός φακός βρίσκεται στην κουζίνα ενός μοναστηριού.

Βίντεο-Ρεπορτάζ: Γιώργος Φερδής

Posted: 17 Jan 2014 10:19 AM PST

«Οι δε εννέα πού; Ουχ ευρέθησαν υποστρέψαντες δούναι δόξαν τω Θεώ, ει μη ο αλλογενής ούτος;»

 α. Ο Κύριος στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα της ΙΒ΄ Κυριακής του Λουκά έρχεται αντιμέτωπος με το κοινωνικό περιθώριο, με τους ανθρώπους δηλαδή που η ιουδαϊκή κοινωνία είχε αποκλείσει, λόγω της φοβερής, για τα δεδομένα της τότε και όχι μόνον εποχής, αρρώστιας της λέπρας. Κι αντιμετωπίζει την πίστη τους, καθώς Τον παρακαλούν να τους ελεήσει και να τους θεραπεύσει: «Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς». Και πράγματι, ο Κύριος ανταποκρίνεται στο αίτημά τους και τους θεραπεύει, μ’ έναν έμμεσο όμως τρόπο: στέλνοντάς τους εκεί που κατά τον Μωσαϊκό Νόμο επιβεβαιώνεται η αποκατάσταση από την αρρώστια και η υγεία: στους ιερείς. Ο Κύριος όμως θα επαινέσει  τον έναν από τους πρώην λεπρούς και μάλιστα Σαμαρείτη, δηλαδή εχθρό του Ιουδαϊσμού διότι υπήρξε ο μόνος που όχι μόνον είδε να θεραπεύεται από τον Κύριο, αλλά και επέστρεψε να δοξολογήσει τον Θεό και να ευχαριστήσει τον Ίδιο. Θα εκφράσει μάλιστα ο Κύριος το δίκαιο παράπονο: «Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; Οι δε εννέα πού; Ουχ ευρέθησαν υποστρέψαντες δούναι δόξαν τω Θεώ, ει μη ο αλλογενής ούτος;»


β.  1. Ο Κύριος ζητά τη δοξολογία προς τον Θεό από τον άνθρωπο, ο οποίος γεύτηκε τις δωρεές και τις ευεργεσίες Εκείνου. Το παράπονο που διατυπώνει αποτελεί σαφή υπαινιγμό Του. Κι όχι βεβαίως διότι ο Θεός έχει ανάγκη από τις δοξολογίες του ανθρώπου ο Θεός ως ο απολύτως τέλειος είναι παντελώς ανενδεής, χωρίς να Του προσθέτει τίποτε η όποια δοξολογία του ανθρώπου άλλωστε μυριάδες αγγέλων Τον δοξολογούν αενάως αλλά διότι η δοξολογία Του ως έκφραση ευγνωμοσύνης για ό,τι Αυτός δίνει στον άνθρωπο κάνει τον άνθρωπο να λειτουργεί με φυσιολογικό τρόπο, να πορεύεται με ανοικτά τα μάτια της ψυχής του, με πίστη και αγάπη προς τον Δημιουργό του. Μόνον όποιος πιστεύει αληθινά βλέπει ότι τα πάντα πηγάζουν από τον Θεό, διακρατούνται από Εκείνον και κατευθύνονται σ’  Εκείνον. Όπως το διατύπωσε και ο απόστολος Παύλος: «ότι εξ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα έκτισται». Η δοξολογία του Θεού λοιπόν αποτελεί σημείο πνευματικής υγείας του ανθρώπου, δείγμα ότι αυτός βρίσκεται στη φυσιολογική του πορεία και προκόπτει κατά Θεόν. Πόσο απλά και με χάρη Θεού διατύπωνε την αλήθεια αυτή και ο πνευματικός του Γέροντος Παϊσίου, γέρων ιερομόναχος Τύχων, όταν έλεγε με τα σπασμένα ελληνικά του: «Το, Κύριε ελέησον, εκατό δραχμές το, δόξα τω Θεώ, χίλιες δραχμές». Για χάρη μας λοιπόν ο Κύριος ζητά τη δοξολογία του Θεού. Εμείς την έχουμε ανάγκη και όχι ο Θεός.


2. Είναι πολύ χαρακτηριστικό όμως ότι η δοξολογία αυτή προς τον Θεό φαίνεται να ταυτίζεται  με την ευχαριστία προς τον Κύριο. Γύρισε, λέει ο Ευαγγελιστής, ο θεραπευμένος πρώην λεπρός, ο ένας, δοξολογώντας τον Θεό και ήλθε και πρόσπεσε στον Χριστό ευχαριστώντας Αυτόν. «Υπέστρεψε μετά φωνής μεγάλης δοξάζων τον Θεόν, και έπεσεν επί πρόσωπον παρά τους πόδας αυτού ευχαριστών αυτώ».  Το να δοξολογώ τον Θεό σημαίνει ότι οδηγούμαι προς τον Χριστό εν ευχαριστία. Διότι η μεγαλύτερη δωρεά και ευεργεσία του Θεού στον άνθρωπο είναι ο ίδιος ο ερχομός Του στον κόσμο ως ανθρώπου. Δεν υπάρχει πιο μεγάλη δοξολογία Του επομένως από τη στροφή προς τον Χριστό και την αναγνώριση ότι Αυτός είναι η πηγή της ευεργεσίας και της θεραπείας στον άνθρωπο. Όπως σημειώνει και το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων για τον Κύριο: «Αυτός διήλθεν ευεργετών και ιώμενος πάντας», ευεργετούσε διαρκώς και θεράπευε τους πάντες. Έτσι δοξολογία του Θεού χωρίς αναφορά στον Χριστό και ευχαριστία Εκείνου αποτελεί μάλλον λατρεία δαιμόνων. Διότι άλλος Θεός εκτός του Ιησού Χριστού δεν υφίσταται. Η αποκάλυψη που ο Ίδιος ο Κύριος έκανε στους μαθητές Του ήταν απόλυτη: «ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα». Και «ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ εμού».


3. Κι αν βεβαίως η κάθε ευχαριστία προς τον Χριστό συνιστά τη δοξολογία του αληθινού Τριαδικού Θεού, διότι αναγνωρίζει ο πιστός ότι Εκείνος είναι η φανέρωση του Θεού στον κόσμο, πολύ περισσότερο ισχύει τούτο για την κατ’ εξοχήν ευχαριστία του, τη Θεία Ευχαριστία. Στη Θεία Ευχαριστία, τη Θεία Λειτουργία, που συνιστά το κέντρο των μυστηρίων  της Εκκλησίας μας, έχουμε την αποκορύφωση της πίστεως του ανθρώπου,  ο οποίος  λατρεύει και δοξολογεί σωστά τον Θεό. Κι αυτό γιατί στο μυστήριο αυτό ο άνθρωπος νιώθει ότι λειτουργεί η πραγματική του ταυτότητα - εκείνη  που του δόθηκε διά του αγίου βαπτίσματος, ότι έγινε  δηλαδή μέλος του σώματος του Χριστού και συνεπώς ότι κινείται σύμφωνα με τον ρυθμό της λειτουργίας αυτού του σώματος. Πότε για παράδειγμα τα φυσικά μέλη του σώματός μας είναι υγιή και φυσιολογικά; Όταν είναι συνδεδεμένα με το σώμα και λειτουργούν με τον ρυθμό αυτού του σώματος, συντονιζόμενα από την κεφαλή. Το ίδιο και στο πνευματικό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία: στη Θεία Ευχαριστία έχουμε την ορθή θέση και κίνηση του μέλους, το οποίο δοξολογεί ορθά τον Θεό, ευρισκόμενο σε κοινωνία με Εκείνον που είναι «η κεφαλή του σώματος» και με τα άλλα μέλη, τους συνανθρώπους του. Δεν υπάρχει λοιπόν μεγαλύτερη χαρά για τον Κύριο, δεν υπάρχει μεγαλύτερο «σβήσιμο», θα λέγαμε, κάθε παραπόνου Του, από το να μας βλέπει να συμμετέχουμε εν μετανοία, δηλαδή με τον ορθό τρόπο, στη Θεία Λειτουργία, το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο αφενός ότι εκεί μας ανοίγονται τα μάτια για να δούμε ότι τα πάντα στη ζωή μας, ακόμη και τα θεωρούμενα δυσάρεστα, αποτελούν ευεργεσίες Του «υπέρ πάντων ων ίσμεν και ουκ ίσμεν, των φανερών και αφανών ευεργεσιών των εις ημάς γεγενημένων» λέμε στην αγία αναφορά της Θείας Λειτουργίας αφετέρου εκεί πάλι συνειδητοποιούμε ότι ο Θεός δεν είναι απλώς ο Παντοδύναμος Κύριος, αλλά ο ίδιος ο Πατέρας μας «και καταξίωσον ημάς, Δέσποτα, μετά παρρησίας, ακατακρίτως, τολμάν επικαλείσθαί Σε, τον επουράνιον Θεόν, Πατέρα και λέγειν: Πάτερ ημών».


4. Στο περιστατικό όμως της επιστροφής του Σαμαρείτη πρώην λεπρού, που αποδίδει τη δοξολογία προς τον Θεό και την ευχαριστία στον Κύριο, συγκλονίζει κυριολεκτικά η αποτίμηση που κάνει ο Κύριος: «η πίστις σου σέσωκέ σε». Και λέμε ότι συγκλονίζει, διότι πίστη στον Χριστό έδειξαν και οι άλλοι εννέα λεπροί: και στην επίκλησή τους («Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς»), και την ώρα που ο Κύριος τους στέλνει στους ιερείς: θεραπεύτηκαν κάνοντας υπακοή στον λόγο Του («και εν τω υπάγειν αυτούς εθεραπεύθησαν»). Κι αυτό σημαίνει ότι μπορώ να έχω πίστη στον Χριστό και μάλιστα σ’ ένα βαθμό ενεργουμένη, να εισπράττω από τον Κύριο την εκπλήρωση κάποιου αιτήματός μου, και τελικώς να μην ανήκω στους σωσμένους. Το ζητούμενο με άλλα λόγια δεν είναι να πάρω κάτι από τον Θεό, αλλά να στήσω μία μόνιμη σχέση μαζί Του, να μπορώ να παραμένω πάντοτε με Εκείνον, έχοντας διαρκή αναφορά στο πάντιμο πρόσωπό Του. Κι αυτό είναι που κατάφερε, όπως φαίνεται, «ο αλλογενής» Σαμαρείτης. «Είδε» καθαρά ότι υπεράνω όλων, ακόμη και της κοινωνικής αποδοχής και της υγείας του πράγματα που εξασφάλιζε πια με τη θεραπεία του από τη λέπρα ήταν να γυρίσει στον Χριστό. Κατάλαβε ότι Εκείνος ήταν η σωτηρία του. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι με τη στάση του ο άνθρωπος αυτός ομολογούσε ό,τι ο απόστολος Παύλος έγραφε: «ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι, ίνα Χριστόν κερδήσω», όλα τα θεωρώ σκουπίδια, προκειμένου να έχω τον Χριστό, φανερώνοντας έτσι ένα μαρτυρικό φρόνημα αγάπης προς Εκείνον.


γ. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι κι εμείς είμαστε πιστοί στον Χριστό: το φανερώνουν οι προσευχές μας, οι παρακλήσεις μας προς Αυτόν, η υπακοή μας συχνά στα λόγια Του, προκειμένου μάλιστα να «θεραπευτούμε» από διάφορες δυστυχίες μας. Ιδιαιτέρως σήμερα, με την κρίση της εποχής μας, οι κραυγές προς τον Χριστό έχουν πολλαπλασιαστεί. Πρέπει να προσέξουμε όμως, μήπως ανήκουμε στη χορεία των εννέα και όχι του ενός. Ο Χριστός επαίνεσε, είπαμε, τον ένα για την αληθινή του πίστη, η οποία έδειξε ότι υπεράνω όλων των αγαπών, ακόμη και την αγάπη προς τον εαυτό του, ήταν η αγάπη προς Εκείνον. Την έχουμε εμείς την αγάπη αυτή; Ή τέλος πάντων ζητούμε από τον Κύριο να την αποκτήσουμε;

του πατρός Γεωργίου Δορμπαράκη/πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παράκληση: Μη βάζετε σχόλια με υβριστικό περιεχόμενο.
Τ α σχόλιά σας ας είναι κόσμια